Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Φως μέσα στην άβυσσο.

`Ερωτα μυροφόρε,
θεόπλαστο όνειρο,
φως που γλυκαίνει την άβυσσο,
λάμψη που χωρίζει
το σκοτάδι από την αλήθεια.

Στο αντάμωμά σου
το λογικό τρομάζει,
το λάθος πεθαίνει,
η πλάνη μέσα στην άβυσσο
σταματά.

Αιώνια στιγμή που η ψυχή
συγκρούεται με το φάντασμα,
γκρεμίζει τη φυλακή της,
ξεσκεπάζει το ψέμα,
γελοιοποιεί την ανάγκη.

Ψυχή και θείο ταυτίζονται,
παίρνουν μια μορφή,
τη δική σου.
Με φόβο σ`αναζητώ,
με λαχτάρα σε περιμένω.

ςονάΠ.




Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010















Ακόμη και τότε.
Οι λέξεις στις πόρτες
σαν φύλλα χτυπούν,
ο αγέρας σωπαίνει
γιατί πάει αλλού.

Αν στους δρόμους κοιτάξεις,
λείψανα τότε θα δεις,
σημάδια της πάλης,
σημάδια ζωής.

Και σαν η φωνή μου σωπάσει,
ακόμη και τότε μη φοβηθείς,
γιατί αιώνια θα μιλάει
στη δική σου,
η δική μου ψυχή.

ςονάΠ.




Aνάστασης αναμονή.

Βαλσαμωμένο πουλί,
στολίδι μιας βιτρίνας,
φτερά που τά`βλεπε
κοντά του ο θεός,
που τα χάϊδευε
του πρωϊνού η ελπίδα.

Φωνή που σταμάτησε
ν`ακούγεται,
σιωπή που αιώνια
μιλάει.

`Αλαλο πουλί,
σημάδι αγωνίας
ανθρώπινης ντροπής,
αναμονή ανάστασης,
ξημέρωμα Λαμπρής.

Εσένα πάντα σκέφτομαι,
μέ`στη ψυχή μου
σ`έχω χαραγμένο,
φως ιλαρό στη λύπη μου,
πυξίδα ηλιόπλεχτη,καρτερική,
που της ζωής
βουβά δείχνει το πεπρωμένο.

ςονάΠ.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010










Αν ποτέ.

Αν ποτέ,
αλαφροϊσκιωτη πηγή γενείς,
κρυσταλλογάργαρο θέλω να ξεπηδώ
από τα βάθη σου νερό.
Ποτάμι γλυκομούρμουρο να γίνομαι,
στις θάλασσες να ξαποστάζω,
τη γη με την αγάπη σου
ανάλαφρα να σκεπάζω,
του πλάστη τη μυρόδροση πνοή
παντοτεινά για χάδι νά`χω.

Αν ποτέ,
αστέρι μακρινό,της νύχτας
σύντροφος ζεστός γενείς,
νυχτολούλουδο θέλω νά`μαι`γώ,
στο φως σου από κάτω αιώνια να ζω.

Αν ποτέ,
θεά της σιωπής γενείς,
πανάρχαια της Ανατολής σοφία,
της Δύσης ξημέρωμα στερνό,
κραυγή οδύνης θέλω ν`ακουστώ
στου καθενός δεσμώτη το βωμό.
ςονάΠ.




Στιγμή του δειλινού.

Στιγμή που ο ήλιος
από τα σύννεφα κρεμιέται,
τον κόσμο τούτο
για στερνή φορά να δει.

Στιγμή του πύρινου ουρανού,
του νυχτόφερτου ονείρου η μαγεία.

Στιγμή που τα λουλούδια
τον πλάστη τους μισόσκυφτα κοιτούν,
που ο γρύλλος ασταμάτητα
αρχίζει το μονότονο τραγούδι,
άφωνα μαζί σου ζουν τα νυχτοπούλια.

Στιγμή που μπλέκονται
βραχνά οι σκιές,
που ξανασμίγουν
άνθρωποι,ψυχές,
οράματα και ιδέες.

Στιγμή του εσπερινού,
θυσίας θύμηση,
ξύπνημα ελπίδας
μέ`στην καλοκαιρινή
του δειλινού αλμύρα.

Στιγμή που γενιέται ο έρωτας,
η μορφή σου τη φωνή μου σωπαίνει,
το είναι μου γλυκόπνοα κυριεύει,
τη ψυχή μου γαληνεύει.

ςονάΠ.









Του χρέους η φωνή.

Γη της δροσοστάλαχτης αυγής,
του Ευαγόρα αθάνατη πατρίδα,
βαθυγάλανο κύμα,
από σε αναδύθηκε
της ομορφιάς η ελπίδα.

Σταυρός στήθηκε στο Γολγοθά
αντικριστά με σένα,
αγριολούλουδο π `ανθείς
μέ `στου πελάγου τη σιωπή,
αιώνιας φυλής το σπέρμα.

Τραγούδι μελαγχολικό γράφεις
γι `αυτούς που φεύγουν,
αστομάτητο χορό στήνεις
γι `αυτούς που μένουν.
ςονάΠ.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010










Του γυρισμού ο δρόμος.

Αν την Ιθάκη ψάχνοντας
περάσεις από σύνορα
χωρίς να δεις πατρίδες,
στης λησμονιάς μη σταματάς
στα μέρη,
γιατί εκεί η Κίρκη ακόμη περιμένει.

Μα σαν στην Πόλη θα βρεθείς,
γεφύρια αθάνατα
της θύμησης θα βρείς,
του καθενός δεσμώτη πάθημα,
του πρωτοπλάστη τάμα.

Κι όταν της λήθης φωτιστεί
τ`ατέλειωτο σκοτάδι,
κι λατρευτή της νιότης η στιγμή
μέ`στη ψυχή σου ανθίσει,
τότε μαζί με θρύλους και ψυχές,
σφιχτοδιπλά αγκαλιασμένος,
να στήσεις ξέφρενο χορό,
μέσα στο άσβεστο
της ρωμιοσύνης φως,
στο ασταμάτητο του Βάκχου
πανηγύρι.

Κι αυτή θά`ναι του κύκλου η αρχή,
της πίστης σου το σήμαντρο,
του γυρισμού ο δρόμος.

ςονάΠ.






Φωνές που σμίγουν.

Σαν άψυχα,νεκρά
τα δέντρα στέκονται
στον πλάστη τους μποστά.

Βλασταίνουν στις γλάστρες
τα όνειρα,η λησμονιά.

Κλαίν`οι πατρίδες τα παιδιά,
σωπαίνουν την άνοιξη τ`αηδόνια.
Οιδίποδες γεννιούνται καθημερινά,
η μοναξιά σταματημό δεν έχει.

Κι ο γέροντας χρόνος,
απ`τη σοφία πιο σοφός,
ακόμα μιλά με το θεό.

ςονάΠ.





` Ηταν Παρασκευή.

Τότε πού `μουνα κοντά στή λήθη,
πού 'νιωθα κοντά τόν ουρανό,
τ` αστέρια αγκάλιαζα σφιχτά,ζεστά,
τ` ατέλιωτα τά βράδια τά βουβά.

Στό πέρασμά τους οι καιροί
μου πήρανε τό φως,μού` δωσαν φωνή,
μέ`μαθαν πως δεν υπάρχουν ουρανοί.

Τ` αστέρια γίναν άπνοα πουλιά
μέ σιδερένια τά φτερά, χωρίς φωλιά,χωρίς λαλιά.

Μεγάλος διάβηκα μέ` στή μεγάλη νύχτα.
Βρήκα τό δρόμο πού`βγαινε στή λάμψη
εκεί πού ήσουνα εσύ.
Κι ήταν μεγάλη μέρα,η πρώτη της ζωής.
Μου τό`πανε τ `αεροπούλια.
`Ηταν Παρασκευή.


ςονάΠ

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010